The first six books of Homer's Iliad online

. (page 48 of 54)
Online LibraryHomerThe first six books of Homer's Iliad → online text (page 48 of 54)
Font size
QR-code for this ebook

καρ^ίη or κραΚη (cor): heart, as
seat of will, affections, and pas-

κάρη, gen. κράτος, dat. κρατί: head.



κάρη κομόωντες : long-haired. Freq.
epithet of Achaeans.

κάρηνα pi. : heads, summits^ citadels.

καρτταλίμως : adv. quickly, in haste.

καρττός : fruity crop, grain.

Kap-rros '. wrist.

καρ-ρίζονσα '. partic. of καταρέζω

• caress.

καρτ€ρό-θνμος : stout-hearted.

καρτεράς (κάρτος) : strong, mighty.
See κρατερός.

κάρτιστος: most mighty, stoutest, hard-

Κάρυστος: Carystus, town on the
south coast of Euboea, Β 539.

κασί-γνητη : own sister.

κασί-γνητος (κάσις ) : own brother.

Κάσος : one of the Sporades, near
Cos, Β 676.

Κάστωρ, -ορός : Castor, son of Leda,
and brother of Helen, Γ 237.

κατά: adv. and prep., down, with
ace. and gen. κατά, δάκρυ ;(€ουσα
(^pouring down) shedding a tear,
κατά δ* δρκια ττάτησαν trampled
(doicn) upon the oaths, κάδ δ' εθορε
leaped down, κατά μηρι εκηα burned
{down, Eng. up) the thigh-pieces,
κάδ δε λίτΓοιτε ye would leave be-
hind; κεΒασθεντες κατά νηας dis-
persed {down) along the ships, lov
κατά πόντον coming over the sea,
Βαΐννμενονς κατά δώ/χ,α feasting
through the house, Wl κατά Χαόν go
through the army, κατά στρατόν
doivn through the camp, in the camp,
opposite the camp, κατά polpav in
due measure, fitly, κατά φρένα in
mind, νυ^ε κατά ωμον wounded him
on the shoulder; κατ οφθαλμών
down over his eyes, κατά χθονός
upon the ground beloto, καθ' ΐτητων
down from his chariot.

κατά- βαίνω, aor. κατεβησετο, aor.
iuf. καταβηναι: come down, descend.

κατά- βάλλω, aor. κάμβαλε: cast

down, let fall.
κατ-άγω, aor. inf. κατα^εμεν : lead

{down) back to the ships,
κατα-δυω, aor. κατεδΰσετο or κατεΒν.

aor. partic. καταδνΐ'τα: go down ^

set{oi the sun ), enter, put^ on armor.
κατα-θνητός : mortal.
κατα-καίω, aor. κατεκηε: burn {down),

consume by fire.
κατά-κειμαι, f ut. partic. KaKKCtovres :

lie down,
κατα-κοίμάω, aor. inf. κατακοιμηθψ

vat : pass, lie down to rest.
κατα-κοσμεω : arrange {lay down)

κατα-κτείνω, f ut. κατακτανεονσιν, aor.

κατεκτανε and κατεκτα, aor. inf.

κατακτάμεναι, aor. imv. κάκτανε,

aor. pass, κατεκταθεν [^κατεκτάθψ

σαν] : slay, kill.
κατα-λείττω, aor. κάλΧιττε: leave be-
κατα-λνω, aor. κατέλυσε: overthrow,

κατα-μάρπτω, aor. subjv. καταμάρψτ]:

κατ-αμνσσω, aor. καταμνζατο: scratch,

tear, Ε 425.
κατα-νευω, fut. κατανενσομαι, aor.

imv. κατάνευσον : nod assent, esp.

in confirmation of a promise.

Opposed to άνανευω.
κατα-ττεσσω, aor. subjv. καταπεψβ :

digest, suppress, A 81.
κατα-πεφντ) : subjv. of κατεπεφνον

slay, kill.
κατα-ττηγννμι, aor. κατεττηζεν'. fix,

κατα-ττύπτω, aor. κάττττεσον: fall down,
κατα-ττλήσσω, aor. pass, κατεττλι/γί^ :

{strike down), fill with dismay.
κατα-τΓτώσσω : crouch down, cower,
κατα-ρέζω or καρρεζω, aor. κατερεζεν',

caress, stroke.



κατα-ρρίω : flow down,
κατα-σχομίνη : wrapping herself,

wrapt, aor. partic. of κατέχω hold

down, envelop,
κατα-τίθημί, aor. κατέβηκε and κατ€-

θεντο: lay doion, set down.
κατα-ψνλαΒόν {φνλον) '■ by tribes,

Β 668.
κατα-γεοι, aor. κατεχεναν : pour down,

shower, let fall.
κατ-εβησετο : went back, aor. of

καταβαίνω go down.
κατ-εΒϋ and κατεΒϋσετο : aor. of

καταδύω go down, enter.
κατ-έ8ω : eat up, consume, gnaw,
κατ-έθεντο and κατεθηκε(ν) : aor. of

κατατίθημι lay down,
κάτ-ευμί, partic. κατιονσα: come down,
κατ-εκηε : aor. of κατακαίω burn,
κατ-εκτα and κατεκτανε act., κατε-

κταθεν pass. : aor. of κατακτείνω

κατ-ελθεμεν : aor. inf. of κατέρχομαι

come doivn.
κατ-ένενσεν : aor. of κατανενω nod.
κατ-έττεψνον, subjv. καταπεφντ): aor.

κατ-επηζεν: aor. of καταττη-γννμιβχ

down, fix.
κατ-επλ-ηγη : aor. pass, of καταπλήσ-
σω fill with dismay,
κατ-ερείττω, aor. κατηριττε : tear down,

aor. intrans./e /Λ
κατ-έρεζεν : aor. of καταρεζω caress,
κατ-ερνκω : keep back, detain.
κατ-ερχομαί, aor. inf. κατελθεμεν :

come doivn.
κατ-εσθίω : devour, eat up.
κατ-εννάζω, aor. pass, κατεννασθεν

\_κατεννάσθησαν] : pass, lie down,
κατ-εχεναν : aor. of καταχεω pour

κατ-εχω, aor. partic. κατασχομενη :
hold down, possess; mid. partic.
wrapping herself, wrapt.

κατ-ηλνθον : aor. of κατέρχομαι come

κατ-τγπίάω, impf. κατηττίόωντό (ηττί-
os) : soothe, still, quiet.

κατ-ήρίπε : fell, aor. of κατερείττω
tear down.

κατ-ήσθίε : aor. of κατεσθίω devour.

κατηφείη: shame, disgrace.

κατΗονσα : fern, partic. of κάτειμι go

κατ-ίσχω: mid. keep for {thy)self.

κανμα, -ατός (καίω) : burning heat,
καύματος εζ out of {in consequence
of) the heat.

κανστεφα (καίω): fem. adj. burning,
scorching, Δ 342.

Καυστριο? : a river in Asia Minor
which empties into the sea near
Ephesus, Β 461.

καυτό? : by crasis (rare in Homer)
for και αυτός thyself too.

[καφ- or κατΓ-] perf. partic. κ€κα-
φηότα : breathe out, gasp.

κε(ν) : enclitic particle, modal adv.;
essentially equiv. to av, indicating
a condition, κεν is about four
times as freq. as αν, and is pre-
ferred esp. in affirmative sen-
tences. See av.

ΊίεάΒης : son of Ceas, Troezenus, a
Thracian, Β 847.

(σ)κεΒάνννμί, aor. εκέ^ασσε, aor.
pass, partic. κε^ασθέντες: scatter,

κεΐ-θι: adv. the7-e.

κείμαχ, impf. (ε)κειτο : lie.

κειμηλίον (κεΐμαι) : treasure stored

κείνος [cKeivos] 3 : that one, that, he.

κείνος [κενός] 3 : empty.

κεΐ-σε: adv. thither.

κεκάΒοντο: aor. of χάζομυαι draw

κεκασμενε : excellent, perf. partic. of

καίννμοΛ excel.



κεκαφηοτα : perf . partic. breathe out,

κίκλετο : aor. of κΐλομχιι call, hid.
κεκληγώ'; i perf. partic, as pres., of

κλάζω shriek, yell, shout.
κεκλημΜ perf., κεκληοΎ} fut. perf. :

pass, of καλεω call.
κεκλντε : aor. of κλνω hear,
κεκμηκας ind., κεκμηωτί partic. :

perf. of κάμνω am weary.

Online LibraryHomerThe first six books of Homer's Iliad → online text (page 48 of 54)